Ο ομ. καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης μιλά στο «Ε» για τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, τη σύγκρουσή του με την απολυταρχική Ευρώπη, και τη δολοφονία του. Μέσα από τη μορφή του Καποδίστρια, φωτίζει το πολιτικό πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας, τη συνέχεια του ελληνισμού και τα ανοιχτά ερωτήματα που εξακολουθούν να συνοδεύουν τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Θοδωρής Τσαγκαρόπουλος – Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της Ξάνθης
Σε στιγμές όπου η ιστορική μνήμη επιστρέφει με μεγαλύτερη ένταση στο δημόσιο χώρο, η μορφή του Ιωάννη Καποδίστρια αποκτά ξεχωριστό βάρος, όχι μόνο ως ο πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, αλλά ως ο άνθρωπος που επιχείρησε να δώσει στην ελευθερωμένη Ελλάδα εθνικό προσανατολισμό, πολιτική συνοχή και ιστορικό βάθος.
O ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργος Κοντογιώργης, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, μιλώντας στο «Ε» προσεγγίζει τον Καποδίστρια ως φορέα ενός ευρύτερου ελληνικού πολιτικού και πολιτειακού προτάγματος, το οποίο, όπως υποστηρίζει, ερχόταν σε σύγκρουση τόσο με την απολυταρχική Ευρώπη της εποχής όσο και με τις εγχώριες δυνάμεις της εξάρτησης. Μέσα από τη συζήτηση για το πρόσωπο, τη σκέψη, τη δολοφονία και την παρακαταθήκη του, αναδύεται ένα μεγαλύτερο ερώτημα: ποια Ελλάδα οραματίστηκε ο Καποδίστριας και πόσο απέχουμε σήμερα από εκείνο το σχέδιο;
Γιατί θεωρείτε τον Ιωάννη Καποδίστρια τόσο κομβική μορφή όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη;
Το διεθνές κύρος δεν αποκτάται δια της παρακλήσεως αλλά δια του έργου που κάποιος πραγματοποιεί. Δεν είναι τυχαίο, ξέρετε, ότι με μέτρο τα πεπραγμένα του στην Ιόνια Πολιτεία, που ήταν ένα ημιαυτόνομο κράτος, κίνησε την προσοχή της μεγαλύτερης τότε αυτοκρατορίας του κόσμου και όχι μόνο της Ευρώπης, που ήταν η Ρωσική Αυτοκρατορία. Και τον προσέλαβαν και τον ανέδειξαν στον πρώτο τη τάξει υπουργό, ο οποίος διαμόρφωσε όχι μόνο την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, αλλά ευρέως και τα πράγματα της Ευρώπης. Ένας Γάλλος ιστορικός που περιγράφει την κοινωνική ζωή στο Συνέδριο της Βιέννης του 1814-1815, γράφει χαρακτηριστικά: «όλη την ημέρα προσπαθούσε ο Μέτερνιχ να φτιάξει το κλίμα μέσα στο οποίο θα οδηγούσε τις αποφάσεις την άλλη μέρα στο συνέδριο. Και το βράδυ ο Καποδίστριας του τα ακύρωνε όλα.» Είχαμε τότε στην Ευρώπη δύο κόσμους που μάχονταν μεταξύ τους. Ο Καποδίστριας ήταν κληρονόμος και θιασώτης αυτού που τον ενέπνευσε ως ηγέτη, που ήταν οι κληρονομιές, τα βιώματα του ελληνικού κόσμου, ο οποίος ομιλούσε υπό το πρίσμα του μέλλοντος, που έβλεπε να έρχεται, και ο Μέτερνιχ ο θιασώτης του μεσαιωνικού παρελθόντος της απολυταρχίας».
Τι δείχνει η πορεία του στην Ιόνια Πολιτεία για το μέγεθος και την ποιότητά του ως πολιτικού;
Είναι χαρακτηριστική, ξέρετε, και θα αναδειχθεί σε πολύ λίγο χρόνο, με ένα έργο του Καποδίστρια που ανάγεται στη δράση του Καποδίστρια στην Ιόνια Πολιτεία η προσωπικότητά του. Παραδείγματος χάρη το γεγονός ότι διέσωσε τη σπονδυλική στήλη της Ιόνιας Πολιτείας από την κατάκτηση του Αλή Πασά, δηλαδή τη Λευκάδα το 1807. Ο Καποδίστριας είχε ένα ιδίωμα το οποίο άφησε βαθιά τα ίχνη στην πορεία του. Κρατούσε ημερολόγιο και κυρίως έγραφε, είτε με όρους απολογισμού είτε με όρους στοχασμού, αυτά τα οποία έπραττε. Δηλαδή τα γραπτά του είχαν άμεση σχέση με το έργο του και τον στοχασμό του. Και γι’ αυτό τον βλέπουμε, όταν φεύγει από τη θέση του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και εγκαθίσταται στην Ελβετία, αμέσως αρχίζει να ετοιμάζει την Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας. Να αναδείξει δηλαδή αυτό το οποίο ήταν και αντιπροσώπευε ο ελληνικός κόσμος σε σύγκριση με αυτό που ήταν ο ευρωπαϊκός και ο οθωμανικός κόσμος.
Πώς εξηγείτε ότι μέσα στην τουρκοκρατία αναδείχθηκε μια προσωπικότητα όπως ο Καποδίστριας; Τι σας λέει αυτό για τον ελληνισμό εκείνης της εποχής;
Το γεγονός ότι ένας κόσμος όπως ο ελληνισμός αποτιμάται ως μια μεγάλη δύναμη της εποχής, παρόλον ότι τελεί υπό καθεστώς εθνικής κατοχής, και μάλιστα με όρους μιας ασιατικής ληστρικής δεσποτείας όπως είναι η Οθωμανική, κατορθώνει να διατηρεί την οικονομική, πολιτισμική, εκπαιδευτική και πνευματική ηγεμονία σε ένα ευρύ φάσμα της Ευρώπης που αντιστοιχεί σε μια υπερδύναμη για την εποχή, αυτό κάτι σημαίνει.
Αν κάνετε μια αποτίμηση του πνευματικού έργου, των βιβλίων που έχουν εκδοθεί από Έλληνες της τουρκοκρατίας, και μάλιστα πριν το δυτικό διαφωτισμό, θα διαπιστώσετε ότι είναι υπέρτερα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και προσομοιάζει μόνο με τις δύο-τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Εάν κάνετε τον απολογισμό του καθόλα κοσμικού εκπαιδευτικού συστήματος, που απαντάται σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου υπάρχουν χριστιανικοί πληθυσμοί, θα αντιληφθείτε την ισχύ του. Η οικονομική δύναμη του ελληνισμού αξιολογείται ως ηγετική σε τρεις αυτοκρατορίες: την Οθωμανική, τη Ρωσική και την Αυστριακή και περαιτέρω στον Εύξεινο και σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου. Τα ανωτέρω κάνουν φανερό πώς συνέβη και ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας έβγαλε έναν παγκόσμιο ηγέτη που διαμόρφωσε τα ευρωπαϊκά πράγματα. Θα έλεγα μάλιστα ότι η τουρκοκρατία δεν έβγαλε μόνον έναν Καποδίστρια, αλλά πολλούς. Αρκεί να απαριθμήσει κανείς τις ηγετικές προσωπικότητες που σταδιοδρόμησαν στην οθωμανική και στη ρωσική αυτοκρατορία, αλλά και σε άλλους τομείς όπως στην εκκλησία, στα γράμματα και αλλού. Όμως ο Καποδίστριας πέραν του ότι είναι εμφανής ως παγκόσμια και όχι απλώς ως ευρωπαϊκή προσωπικότητα, είναι αυτός που διεδραμάτισε κεντρικό ρόλο επίσης για την ελληνική υπόθεση.
Σε τι διέφερε η σκέψη του από τη δυτική πολιτική παράδοση της εποχής;
Σε ό,τι διέφερε ο ελληνικός κόσμος έναντι της Ευρώπης της εποχής. Ο ελληνικός κόσμος ζούσε την περίοδο της ανθρωποκεντρικής οικουμένης την οποία οικοδόμησε από τους ελληνιστικούς χρόνους, παρόλον ότι τελούσε σε καθεστώς μιας εξόχως καταπιεστικής και δηωτικής οθωμανικής κατοχής. Ο ευρωπαϊκός κόσμος μόλις αγωνιζόταν να διαφύγει από την απολυταρχία, δηλαδή από τη φεουδαρχία του μεσαίωνα και να εισέλθει σε αυτό που κατά προσέγγιση μπορούσε να μοιάσει στον ελληνικό ανθρωποκεντρικό κόσμο, δηλαδή στις κοινωνίες με ελευθερία. Άρα, λοιπόν, με απλά λόγια, η πολιτική που ενσάρκωνε και διακινούσε ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν αυτή του ελληνικού κόσμου της εποχής. Η απόσταση μεταξύ τους διέφερε κατά μία βιολογία. Ο ίδιος ήθελε την εγκατάσταση του ελληνισμού σε μία δημοκρατική κοσμόπολη, όπου σε τοπικό, περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο θα εφαρμοζόταν αναλογικά η δημοκρατία. Ένα κράτος και μια κοινωνία με πνεύμα ανεξαρτησίας και όχι δίκην προτεκτοράτου. Στον αντίποδα ο ευρωπαϊκός κόσμος αγωνιζόταν να θέσει σε νομικό πλαίσιο τις απολυταρχίες (την εισαγωγή συντάγματος) και να καταλυθεί η δουλοπαροικία. Αυτό οδηγούσε τον Καποδίστρια στο επιχείρημα ότι ο μόνος λαός στην Ευρώπη που στην εποχή του ήταν έθνος ήταν ο ελληνικός. Και ως έθνος, δηλαδή με διακεκριμένη πολιτισμική ταυτότητα εδικαιούτο να ανακτήσει την πολιτική ελευθερία του. Το λέει στο βιβλίο του, την ιστορία που συνέγραψε ο ίδιος ομού με τους συνεργάτες του, στην Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας που φέραμε στο φώς πρόσφατα και είναι η πρώτη εθνική ιστορία του ελληνισμού: «Εμείς οι Έλληνες είμαστε έθνος. Εσείς οι Ευρωπαίοι δεν είστε. Εξού και σας εκφράζουν οι απολυταρχικοί ηγεμόνες σας, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες και τύραννοι της κοινωνίας σας.»
Γιατί θεωρείτε ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντέξουν το πολιτικό πρόταγμα που εξέφραζε ο Καποδίστριας;
Διότι η πολιτική φιλοσοφία που κόμιζε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας ήταν αντιαπολυταρχική και μάλιστα δημοκρατική και ως εκ τούτου ακριβώς αντίθετη με το πνεύμα της ευρωπαϊκής μεσαιωνικής απολυταρχίας. Ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας και η ελληνική επανάσταση ερχόταν αντιμέτωποι με το κεκτημένο της μεσαιωνικής Ευρώπης και της απολυταρχίας που διακινούσαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις του 19ου αιώνα. Επιπλέον η δύναμη του ελληνικού κόσμου της εποχής εάν κεφαλαιοποιείτο πολιτικά με ένα αντίστοιχο προς την ισχύ του κράτος θα αποτελούσε ένα μείζον εμπόδιο για τις ηγεμονικές τους βλέψεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος που έθεσαν, όταν είχε εκφυλιστεί η ελληνική επανάσταση με δική μας υπαιτιότητα, για να αναγνωρισθεί η ανεξαρτησία μας ήταν να αποδεχθούμε την απολυταρχία τους και έναν ξένον ηγεμόνα να μας κυβερνάει αφενός, αφετέρου εδαφικά όρια ασφυκτικά περιορισμένα και τέλος τη θέσμισή του ως προτεκτοράτου. Αλλά ο ελληνικός κόσμος είχε επεξεργαστεί, (το λένε και τα Συντάγματα της Επανάστασης, το λέει και το Σύνταγμα του Ρήγα), το πρόταγμα της κοσμοπολιτειακής δημοκρατίας. Ήθελε τις πόλεις, τα κοινά μέσα σε ένα δημοκρατικό κράτος που στην κορυφή του θα ήταν δομημένο χωρίς πολιτική κυριαρχία έναντι των κοινωνιών του. Αυτό δεν μπορούσαν να το αντέξουν οι ευρωπαίοι ηγεμόνες. Διότι σήμαινε την ακύρωσή τους. Ούτε σήμερα δεν το αποδέχονται.
Ήταν τελικά ο Καποδίστριας αυταρχικός ή παρερμηνεύεται μέσα από ξένα κριτήρια;
Ξέρετε, αυτοί που επικαλούνται τον αυταρχικό Καποδίστρια — ή μάλλον, με συγχωρείτε, τον “δικτάτορα” Καποδίστρια, που ανέστειλε το Σύνταγμα — πρέπει πρώτα να μας πουν ποια είναι η αφετηρία τους. Σε τι αποβλέπουν, τι κρύβουν πίσω από το επιχείρημα αυτό. Με απλά λόγια η αφετηρία τους εστιάζει στο πνεύμα της ιδεολογικής και άρα πολιτικής και πολιτισμικής υποτέλειας του ελληνικού κόσμου. Αυτού που υπηρέτησε και εξακολουθεί να υπηρετεί το ελλαδικό κράτος. Είναι διανοητικά εμποτισμένη με την ιδέα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος στο διεθνές, δυτικό εν προκειμένω σύστημα συμμαχιών, παρά μόνον υπό τον όρο της εθελοδουλείας. Και το ερώτημα είναι: με ποιο κριτήριο ισχυρίζονται ότι ο Καποδίστριας υπήρξε δικτάτορας; Να ξεχάσουμε τον ρόλο που έπαιξε στην Επτάνησο πολιτεία, στην Ελβετία, στη Ρωσία, στην Ευρώπη; Μήπως δεν είναι αυτός που διακήρυξε την αρχή των εθνοτήτων, την καθιέρωση συνταγμάτων στις ευρωπαϊκές χώρες, δεν επανέφερε τη δημοκρατική αρχή στα κοινά που την είχαν καταργήσει οι κοτζαμπάσηδες στο μέσον του αγώνα, δεν αντέτεινε την αρχή της καθολικής ψήφου απέναντι στους λεγόμενους «συνταγματικούς» που υποστήριζαν την τιμοκρατική ψήφο και οι οποίοι εντέλει τον υπονόμευσαν για να φέρουν την ελέω θεού απολυταρχία; Την οποία υπηρέτησαν στη συνέχεια με απόλυτη συνέπεια; Επικαλούνται την “αναστολή του Συντάγματος”. Υπήρχε άραγε χώρα τότε για να έχει Σύνταγμα; Μήπως αγνοείται ότι τα συντάγματα που υιοθέτησαν στη διάρκεια της επανάστασης ουδέποτε τηρήθηκαν και επιπλέον αποτέλεσαν το πρόσχημα για να εγκαθιδρύσουν τα βιλαέτια τους οι «μπαρμπέρηδες» όπως τους αποκαλεί ο Κολοκοτρώνης; Προσέξτε λίγο όμως ποια είναι η αφετηρία όλων αυτών που σήμερα εγκαλούν τον Καποδίστρια ως αρνητή του Συντάγματος. Η αφετηρία τους λοιπόν είναι ο Μοντεσκέ, ο Καντ, ο Ένγκελς, ο Μαρξ. Ξέρετε τι λένε αυτοί για τη δημοκρατία; Ότι είναι δεσποτεία, χειρότερη από τη δεσποτεία που ζούσε ο ευρωπαϊκός Μεσαίωνας, δηλαδή η φεουδαρχία. Και σήμερα, επειδή ντρέπονται να το ομολογήσουν αυτό, κρύβονται πίσω από όλη αυτή τη στοχαστική οπισθοδρομικότητα αυτών των νεάντερταλ της σκέψης, το χαρακτηρίζουν προνεωτερικό. Είναι αυτοί που πίσω από την οργή τους για τον Καποδίστρια αποκρύπτουν την οπαδική του προσκύρωση στην συνταγματική/εκλόγιμη μοναρχία.
Ας πούμε λοιπόν ότι το ανέστειλε προσωρινά όπως διακήρυξε και μάλιστα με την σύμφωνη γνώμη της εθνοσυνέλευσης. Ας δεχθούμε, για χάρη της συζήτησης, το επιχείρημα ότι είναι δικτάτορας. Με ποιο κριτήριο; Με τις απολυταρχίες της εποχής του Μέτερνιχ, που ήσαν φορείς τους κάποιοι γυρολόγοι βασιλικών οίκων που επέμεναν να δυναστεύουν τους ευρωπαϊκούς λαούς και να διατείνονται ότι ήσαν κάτοχοι της εξουσίας ελέω θεού; Η δικτατορία είναι χαρακτηριστικό ιδίωμα των κοινωνιών που είναι ελεύθερες, όχι των κοινωνιών που είναι φεουδαλικές. Άρα λοιπόν, ακόμα και αν ήταν δικτάτορας ο Καποδίστριας, θα ήταν έτη φωτός πιο μπροστά από την Απολυταρχία της Ευρώπης και έτη φωτός μπροστά και από τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα της Ευρώπης. Μήπως το πρόταγμα και τα πεπραγμένα του ήταν, συγκρινόμενα με την εποχή μας, αυταρχικά; Καταφανώς όχι. Όπου έπαιξε ρόλο, στην Ευρώπη, με την εξαίρεση της Ρωσίας, ήταν μη μοναρχίες και μη απολυταρχικές καταστάσεις. Στην Επτάνησο Πολιτεία, το Σύνταγμα που υπερασπίστηκε είναι μη απολυταρχικό, είναι ρεπουμπλικάνικο, όπως θα το λέγανε με τη δική τους ορολογία, πολιτειακό και δημοκρατικό. Σε τρεις περιπτώσεις ηγήθηκε ο Καποδίστριας, και οι τρεις ήταν μη απολυταρχικές: στην Επτάνησο Πολιτεία, στην Ελβετία και στα πρώτα χρόνια του ελλαδικού κράτους. Και η αλληλογραφία του με τον επιβεβλημένο αρχικά από τις ευρωπαϊκές απολυταρχίες υποψήφιο μονάρχη της Ελλάδας αποκαλύπτει την βαθιά δημοκρατική του επιλογή. Ορισμένα διανοητικά μηρυκαστικά της νεοτερικής ορθοταξίας προσάπτουν στον Καποδίστρια ότι κατέστειλε την εξέγερση περιφερειακών κοινοτικών περιοχών όπως των Υδραίων και των Μανιατών καθώς και των υποκινητών τους, με προέχοντα τον ολετήρα της Επανάστασης και εντέλει της ιδεολογίας και της πράξης της εξάρτησης Μαυροκορδάτο. Αν αντιπαρέλθω το πρόβλημα που εγείρει η πολεοτική διάσπαση του επαναστατημένου κόσμου σε μια στιγμή που το διακύβευμα απαιτούσε συμπαγή ηγεσία για να οργανώσει τον αγώνα αντί να τροφοδοτεί την εσωτερική σύγκρουση, και που προσπάθησε να θεραπεύσει ο Καποδίστριας, αρκεί να παραβάλω το γεγονός με ένα σύγχρονο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι η Ελλάδα σήμερα ευρίσκεται σε πόλεμο -όπως τότε- με την Τουρκία και η αντιπολίτευση όχι μόνο συνωμοτεί και διατάσσει την εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης και εντέλει προχωρεί στην πυρπόληση του στόλου. Το γεγονός αυτό πώς μπορεί να χαρακτηρισθεί αν όχι ως προδοσία; Και η δολοφονία του κυβερνήτη τη στιγμή που πάλευε με τις Δυνάμεις και στο μέτωπο να αναγνωρισθεί το κράτος, που δεν είχε έως τότε, πως μπορεί να αξιολογηθεί; Αυτοί που τον εγκαλούσαν ως δικτάτορα, αλληλογραφούσαν με τις απολυταρχικές δυνάμεις για να τον υπονομεύσουν και τις παρακαλούσαν να στείλουν έναν μονάρχη για να τους σώσει! Πρέπει να πω ότι τους πρωταίτιους της δολοφονίας του τους διέσωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι, στο βαθμό που τους πρόλαβαν. Εννοώ ότι είχε ήδη αποφασισθεί στη σύναξη της Ύδρας λίγο πρίν.
Τι εκπροσωπούσε ο Καποδίστριας και τι οι αντίπαλοί του στο εσωτερικό;
Ο Καποδίστριας εκπροσωπούσε το πρόταγμα που αποτελεί τη συνέχεια του ελληνικού κόσμου. Μία Ελλάδα εθνική, δημοκρατική και ανεξάρτητη. Μια Ελλάδα που να ανταποκρίνεται στη δύναμη της εποχής και όχι μια Ελλάδα της κακομοιριάς, της μιζέριας και της λογικής προσαρτήματος σε ένα πελατειακό κράτος του τύπου της κομματοκρατίας. Οι αντίπαλοί του εξέφραζαν την κοραϊκή αντίληψη της εξάρτησης και της πλήρους προσομοίωσης προς τον ηγεμόνα. Ο Κοραής θεωρούσε ότι φταίει ο ελληνικός κόσμος που ήταν δημοκρατικός. Ήταν εναντίον της δημοκρατίας και υπέρ της εκλόγιμης μοναρχίας που διακινούσε ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός. Και πρέπει να σας πω ότι η ιδεολογία του κοραϊσμού και του μαυροκορδαρισμού είναι η κυρίαρχη ιδεολογία που διέπει σήμερα το ελληνικό κράτος. Επομένως είμαστε αντιμέτωποι μεταξύ αυτής της ιδεολογίας και της ιδεολογίας που διακινούσε για την Ελλάδα ο Καποδίστριας.
Γιατί θεωρούσε ο Καποδίστριας τόσο κρίσιμο οι Έλληνες να ελευθερωθούν μόνοι τους και όχι από τις ξένες δυνάμεις;
Το εξαγγέλλει τότε, όταν η πλευρά των εθελόδουλων διακινητών της προτεκτοροποίησης της Ελλάδας τον κατηγόρησαν ότι ήταν φιλορώσος. Στην Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας (Εκδόσεις Αρμός) που συνέγραψε ο Καποδίστριας έχει συμπεριλάβει ένα Υπόμνημα, διακήρυξη προς τους επαναστατημένους Έλληνες, όπου τους συμβουλεύει να μην στηρίζουν τις ελπίδες τους στους ξένους αλλά να μεριμνήσουν να ελευθερωθούν με τις δικές τους δυνάμεις. Προσέξετε, τους λέει, εάν σας απελευθερώσουν οι Ρώσοι, όπως πολλοί ελπίζετε, δεν θα αποκτήσετε ποτέ πνεύμα ανεξαρτησίας, θα γίνετε ρωσογραικοί, δεν θα είμαστε έθνος των Ελλήνων αλλά ρωσο-γραικικό έθνος. Απαντάει στον Κοραή, ο οποίος ήθελε να γίνουμε προσάρτημα της Γαλλίας και μας πρότεινε να γίνουμε γαλλο-γραικικό έθνος. Άρα πρέπει να ελευθερωθούμε μόνοι μας για να έχουμε και την αναγκαία αυτοπεποίθηση. Και όταν συγκρίνει και αποτιμά τη Ρωσία της εποχής, λέει: δεν φαντάζεστε τις συνθήκες που επικρατούν στη Ρωσία. Όχι μόνο δεν υπάρχει δικαιοσύνη αλλά εδώ οι άνθρωποι πουλιώνται όπως τα άλογα στις δικές μας αγορές. Δεν έχουν οντότητα, είναι δούλοι. Ο Καποδίστριας ήταν φορέας και διακινητής της μεγάλης Ελλάδας που θα ήταν αντίστοιχη της μεγαλοσύνης του ελληνισμού της εποχής, όχι του μικροελλαδισμού που διακινούσαν οι αντίπαλοί του οι οποίοι συνέδεαν της ελευθερία του με τη δική τους ιδιοτελή φιλοδοξία.
Ποια παρακαταθήκη άφησε ο Καποδίστριας στις επόμενες γενιές; Μπορεί ο Καποδίστριας να λειτουργήσει ακόμη ως σημείο αναφοράς;
Η παρακαταθήκη του προκύπτει από το γεγονός ότι μετά από αυτόν το ελλαδικό κράτος δεν έχει αναδείξει ηγέτη που να μπορεί να του μοιάσει στο ελάχιστο. Θα έπρεπε να είναι, εκτός από αυτό που αντιστοιχεί στην ιστορία, ένα πρότυπο αναφοράς σε όλα. Ο Καποδίστριας έχει δείξει τον ελληνικό δρόμο αλλά έχει δείξει επίσης και τον ευρωπαϊκό δρόμο προς το μέλλον. Κατέδειξε όμως πάνω από όλα τι σημαίνει να είσαι ηγέτης, να οσμίζεσαι το μέλλον και να μεταφέρεις τον κόσμο του οποίου ηγείσαι σε αυτό. Όλα αυτά που έλεγε στις αρχές του 19ου αιώνα έγιναν πράξεις στην Ευρώπη στον 20ό αιώνα: το τέλος της απολυταρχίας για τη Δύση, το τέλος της απολυταρχίας για τη Ρωσία, το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάδυση των κρατών εθνών έστω με πολιτειακό καθεστώς εκλόγιμης μοναρχίας. Μια άλλη παρακαταθήκη που άφησε ο ηγέτης Καποδίστριας αφορά στο κράτος που δημιούργησε στον ελάχιστο χρόνο που του επέτρεψαν οι υπονομευτές της εθνικής ολοκλήρωσης και της εξάρτησης. Σε αξιακό και πολιτισμικό επίπεδο η παρακαταθήκη του Καποδίστρια έγκειται στο πνευματικό έργο που άφησε πίσω του. Με το γεγονός ότι συνέδεσε τον ελληνικό κόσμο της εποχής του με το παρελθόν του, καθώς στο βαθμό που διακήρυξε την εθνική του υπόσταση τον έφερνε ευθέως στη διακήρυξη της εθνικής του συνέχειας. Ο ελληνικός κόσμος για τον Καποδίστρια είναι ενιαίος και συνεχής στην εξέλιξή του από την αρχαιότητα έως τις ημέρες του. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί που σήμερα διαφεντεύουν την Ελλάδα με μέτρο την κοραϊκή και την μαυροκορδατική αντίληψη της προσαρτηματικής εξάρτησης είναι εκείνοι οι οποίοι αντιμάχονται την ιστορική πολιτισμική κληρονομιά των Ελλήνων και τη συνέχειά τους.
Ήταν η δολοφονία του Καποδίστρια μια ιστορική τομή για την Ελλάδα;
Ήταν ιστορική τομή σίγουρα για την Ελλάδα. Και ήταν και προμελετημένο έγκλημα κατά της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής ολοκλήρωσης. Κατά του ελληνισμού γενικότερα. Ο άνθρωπος που μπορούσε να γίνει κορυφαία ευρωπαϊκή προσωπικότητα και να καταλάβει ακόμα πιο σημαντικές θέσεις στη Ρωσία και στην Ευρώπη, θυσίασε όλα αυτά για την πατρίδα του. Και έπεσε θύμα αυτού που αποκαλούμε μέχρι σήμερα της διαπλοκής και της διαφθοράς, της ιδιοτέλειας που προσέγγιζαν τον δημόσιο χώρο υπό το πρίσμα της προσωπικής τους ιδιοτέλειας. Αρκεί να κάνουμε μια προσομοίωση στη βάση του ερωτήματος τί θα συνέβαινε εάν δεν εδολοφονείτο ο Καποδίστριας. Το συνάγουμε μέσα από την αλληλογραφία του με τον υποψήφιο μονάρχη της Ελλάδας, τον Λεοπόλδο αλλά και από την λογική των πραγμάτων. Γνωρίζουμε ότι μετά τη δολοφονία του οι πρωταίτιοι αποδύθηκαν σε έναν εμφύλιο αγώνα ο οποίος έχει χαρακτηρισθεί ως πιο σκληρός από τους προηγούμενους με σκοπό την επικράτηση. Νόμιζαν ότι όποιος επικρατούσε θα υποδεχόταν τον ξένο μονάρχη και θα γινόταν ο ευνοούμενός του. Αντιμέτωποι οι Βαυαροί με το χάος και την αιματοχυσία, και με την βεβαιότητα που κυριαρχούσε στις ευρωπαϊκές αυλές ότι οι «Έλληνες είναι ανίκανοι να κυβερνηθούν» εγκαταστάθηκαν στη χώρα με πολυάριθμο στρατό κατοχής, συγκρότησαν κυβέρνηση και διοίκηση αποκλειστικά βαυαρική και επιδόθηκαν σε απηνή πόλεμο με τα άτακτα σώματα που ελευθέρωσαν τη χώρα. Οι «μπαρμπέρηδες» στις διώξεις αυτές έγιναν πλήρως αρωγοί. Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Κυβερνήτης η διαδοχή θα ήταν ομαλή, η βαυαρική συνοδεία θα ήταν μικρή και καθόλες τις ενδείξεις ο Καποδίστριας θα είχε αποτελέσει τον αναγκαίο εταίρο στη διακυβέρνηση της χώρας. Οι συνέπιες θα ήταν πολυσήμαντες: η χώρα θα είχε σύνταγμα όπως προκύπτει από τις συμβουλές του προς τον Λεοπόλδο, η πολιτική της πορεία θα ήταν ομαλή, τα σώματα των ατάκτων θα είχαν ενσωματωθεί στον τακτικό στρατό όπως το είχε επιτύχει ο Κυβερνήτης, δεν θα εδιώκοντο οι πρωτεργάτες της ελευθερίας και δεν θα είχε δημιουργηθεί το ληστρικό φαινόμενο. Ίσως δε και η τύχη του ελληνισμού εν γένει θα ήταν διαφορετική διότι δεν θα είχε επικρατήσει η ξενοκρατία και η φαυλοκρατία, μεταξύ των άλλων.
Αν ερχόταν σήμερα ο Καποδίστριας στην Ελλάδα, ποιο πράγμα θα τον σόκαρε περισσότερο; Πόσο έχουμε απομακρυνθεί από το δικό του όραμα για την Ελλάδα;
Η κατάντια μας. Η εκφυλισμένη και προσαρτηματική αντίληψη που έχει ο νεοέλληνας και δη η άρχουσα τάξη, με πρώτη την κρατική διανόηση, για το τι είναι ο ελληνικός κόσμος. Δεν ήταν αυτό το όνειρο και το σχέδιο του Καποδίστρια, ούτε των Ελλήνων της τουρκοκρατίας. Αντιλαμβάνεστε επομένως ποια θα ήταν η απογοήτευση του Καποδίστρια, αν ερχόταν σήμερα στη ζωή και έβλεπε την κατάντια μας. Η οποία κατάντια μας έχει γίνει δια χειρός του πολιτικού συστήματος του ελληνικού κράτους, δηλαδή των κατόχων του. Ο Καποδίστριας ήθελε μια Ελλάδα εθνική, δημοκρατική, μεγάλη όσο και η δύναμη του τότε ελληνικού κόσμου και ανεξάρτητη. Όχι μια Ελλάδα τελούσα υπό καθεστώς εσωτερικής κατοχής που δεν διστάζει ταπεινωμένη να προστρέχει μετά από κάθε εσωτερική καταστροφή ή λεηλασία να προστρέχει στην ξένη προστασία για να διασωθεί.
Ποια είναι η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην καποδιστριακή λογική και τη σημερινή λογική εξουσίας;
Ο Καποδίστριας θεωρούσε ότι είναι ο υπηρέτης, ο εντολοδόχος του ελληνικού λαού και του συμφέροντός του. Αισθανόταν την ανάσα της κοινωνίας στην καθημερινότητά του και γι’αυτό οι πολιτικές του ήταν συναρμοσμένες με το εθνικό και το κοινωνικό συμφέρον. Ο Καποδίστριας ήθελε η σχέση κοινωνίας και πολιτικής να είναι θεσμημένη έτσι ώστε ο πολιτικός να είναι προσηλωμένος είτε το ήθελε είτε όχι με δημόσιες πολιτικές. Ήθελε το λαό ως κοινωνία των πολιτών μέσα στην πολιτεία, όπως και ο Ρήγας, και όχι απέναντί της στην ιδιωτεία. Ο λαός τον λάτρευε γι’αυτό.
Γιατί προκάλεσε έντονες αντιδράσεις η ταινία του Σμαραγδή για τον Καποδίστρια;
Ο Σμαραγδής δεν κάνει ιδεολογία, εγείρει ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα, αυτό που μόλις περιέγραψα και που αποδίδει την υπαρξιακή πραγματικότητα που αντιμετωπίζει σήμερα. Το οποίο πολιτικό πρόβλημα συνδέεται ευθέως με την πλήρη ρήξη που επέφερε στον ελληνικό κόσμο η επιβολή του κράτους της Απολυταρχίας από τις δυτικές μοναρχίες, δηλαδή τη Φεουδαρχία. Επέβαλαν στον ελληνικό κόσμο να διέλθει από τον φεουδαλικό μεσαίωνα της απολυταρχίας προκειμένου όπως διατείνονταν να μας εξευρωπαΐσουν. Δεν είναι ο Σμαραγδής το πρόβλημα. Είναι η ιδεολογική αφετηρία των κριτικών του απέναντι σε ένα μείζον πολιτικό πρόβλημα, που συνιστά η ρήξη με το προηγούμενο του ελληνικού πολιτισμού. Αυτοί εκκινώντες από τριτοκοσμική αφετηρία αξιολογούν τον Καποδίστρια με πρόσημο το κόντεμά του ώστε να νομιμοποιήσουν το διακύβευμά τους, την κοραϊκή ιδεολογία του κράτους. Και μόνο το γεγονός ότι επικαλούνται νεαντερτάλλιες στοχαστικές προσωπικότητες του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα για να ασκήσουν κριτική, είναι αποκαλυπτικό της αφετηρίας τους.
Θεωρείτε ότι υπάρχει συστηματική υπονόμευση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού;
Η επιλογή αυτή αποτελεί την επιτομή της αντιδραστικής ιδεολογίας της άρχουσας (πνευματικής κλπ) τάξης του ελλαδικού κόσμου. Πέραν των άλλων, ο ιστορικός ελληνισμός αποκαλύπτει την εξελικτική βιολογία της ανθρωποκεντρικής νεοτερικότητας. Διδάσκει το μέλλον με πρόσημο την πρόοδο και όχι την οπισθοδρόμηση και τη στασιμότητα. Ομοίως οι διακινητές της μη συνέχειας αρνούνται τις διαβεβαιώσεις της ιστορίας, των πηγών που έχει τους Έλληνες να φωνάζουν ότι είναι Έλληνες με ιδίωμα το έθνος και την ελευθερία. Ο ελληνικός πολιτισμός είναι πολιτισμός της δημοκρατίας όχι της εκλόγιμης μοναρχίας. Η υποβολή τους σε σύγκριση θα αποκαλύψει την απάτη που διαπράττεται σε βάρος των κοινωνιών της εποχής μας. Για να ανακάμψει ο εναπομείνας ελληνισμός πρέπει να επιχειρήσει την επαναστατική ανασυγκρότηση της ιδεολογίας του και την επανεθνικοποίηση του κράτους του. Πρώτα-πρώτα σε επίπεδο ταυτότητας. Για σκεφτείτε: όταν πρόκειται να περιγράψουν οι ιστορικοί του κράτους τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τους αποκαλούν ελληνόφωνους. Τους αποεθνικοποιούν. Όταν πρόκειται οι ίδιοι αυτοί μελετητές ιστορικοί να περιγράψουν άλλους χριστιανικούς λαούς, τους ονομάζουν με το εθνικό τους πρόσημο, Βούλγαροι, Αρμένιοι κλπ. Δηλαδή το ερώτημα είναι: αφού οι ίδιοι οι χριστιανοί της Σμύρνης δηλώνουν ότι είναι Έλληνες, αφού οι ίδιοι σε όλα τα τεκμήρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δηλώνουν Έλληνες, γιατί άραγε οι εν λόγω κρατικοί διανοούμενοι, ιδεολόγοι επιμένουν να τους αποεθνικοποιούν; Σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά με την ελληνική ταυτότητα και αυτό που διδάσκει. Άρα κάτι το οποίο αντικρούεται από την ελληνική ιστορική πραγματικότητα. Ο σημερινός ελληνικός κόσμος είναι ο μόνος που δεν τα πάει καλά με το παρελθόν του. Αναλογισθείτε τι συμβαίνει με τους άλλους λαούς και θα αντιληφθείτε το βάθος του προβλήματος.
Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, διέξοδος από το σημερινό αδιέξοδο;
Βεβαίως. Μόνο μία. Μεταβολή του αξιακού και του πολιτικού συστήματος. Να γίνει κατά προσομοίωσιν έστω αντιπροσωπευτικό και να ανασυνδεθούμε με το μέλλον με όχημα τις διδαχές του ελληνικού κόσμου. Να αισθάνεται η πολιτική την ανάσα της κοινωνίας, τη βούλησή της, και να είναι υποχρεωμένη να τη συνεκτιμήσει. Και να εμπνέεται από τον ελληνικό κόσμο δηλαδή τη δημοκρατική του ιστορία.
Άρα λοιπόν, η μεταβολή του πολιτικού συστήματος είναι η μόνη δυνατότητα να διασωθεί ό,τι απέμεινε από τον ελληνικό κόσμο.
Δημοσιεύτηκε στο empros.gr στις 25/03/2026
- Διατηρείται το δικαίωμα αναδημοσιεύσης του παρόντος άρθρου σε οποιοδήποτε μέσο, με απαραίτητη προϋπόθεση να αναγράφεται η παρούσα ιστοσελίδα και ο συγγραφέας ως πηγή. -