Πώς αποδίδει η Τεχνητή Νοημοσύνη την ανάλυση για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τη μετεπαναστατική κρατική συγκρότηση, δύο αιώνες μετά.

Η παρουσίαση βασίζεται σε ερώτημα και συνοδευτικό άρθρο που υποβλήθηκαν στην Τεχνητή Νοημοσύνη από την Κοσμοσυστημική Ακαδημία (διά του μέλους της Β. Ντόμη), με αντικείμενο την κοσμοσυστημική ερμηνεία της Επανάστασης, της κοσμόπολης και της μετάβασης στο νεοτερικό κρατικό μοντέλο.

Τεχνητή Νοημοσύνη και Κοντογιώργης: Η Επανάσταση του 1821 δύο αιώνες μετά

Η απόδοση γίνεται μέσω συστήματος Τεχνητής Νοημοσύνης, ως εργαλείου σύνοψης και ανασύνθεσης του επιχειρήματος, βάσει του υποβληθέντος κειμένου και της συζήτησης. Δεν υποκαθιστά το πρωτογενές δοκίμιο.

Η Επανάσταση δύο αιώνες μετά. Ο ελληνισμός από έθνος κοσμοσύστημα σε προσάρτημα του (δεσποτικού ή αιρετού) μοναρχικού κράτους

Η επιβολή της ευρωπαϊκής κρατικής δεσποτείας διά χειρός της βαυαρικής δυναστείας τον Απρίλιο του 1832 σήμανε την ομολογία ότι το εγχείρημα της ελληνικής επανάστασης ηττήθηκε κατά κράτος, με αποτέλεσμα ο ελληνικός ανθρωποκεντρικός κόσμος να μεταβληθεί σε προσάρτημα της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Η απόφαση των Δυνάμεων της ευρωπαϊκής απολυταρχίας να εμφυτεύσουν το φεουδαλικό κρατικό τους ομοίωμα στη μήτρα του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κόσμου (ως αντίδωρο για την αναγνώριση/απόδοση της ανεξαρτησίας του στην περιφέρεια της Πελοποννήσου, των εγγύς νήσων και μέρους της Στερεάς) έθετε ως προϋπόθεση αφενός την απόρριψη των ανθρωποκεντρικών του θεμελίων, με τα οποία έζησε με ομοθετικούς όρους τον ιστορικό του βίο από την απώτατη αρχαιότητα έως τότε, αφετέρου τον εγκλεισμό της μελλοντικής του φιλοδοξίας στα όρια του ελλαδικού κράτους. Ο ελληνισμός, ακόμη και υπό καθεστώς εθνικής κατοχής, εξακολουθούσε για τους μεν να θεωρείται απειλή για την ηγεμονία τους στον κόσμο, για τους δε θαυμασμός και πρότυπο αναφοράς για την είσοδό τους στη νέα εποχή. Ο κοσμοπολιτειακά δημοκρατικός χαρακτήρας του, τον οποίο προέβαλλε κατέναντι στον τότε κόσμο της Ιεράς Συμμαχίας, αντιμετωπιζόταν από όλους ως μέγιστος κίνδυνος καθώς ενέπνεε τις δυνάμεις που αγωνιούσαν να εξέλθουν της φεουδαρχίας και της απολυταρχίας.

Η δημιουργία του ελλαδικού δεσποτικού κρατικού μορφώματος, και μάλιστα δίκην θνησιγενούς προτεκτοράτου, έμελλε να εγκαινιάσει μια θανάσιμη αντιμαχία με τον μείζονα οικουμενικό ελληνισμό, ο οποίος εξακολουθούσε να σταδιοδρομεί στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και, πέραν αυτής, στη ρωσική και στην αυστριακή.

Στο πρόταγμα της ελληνικής επανάστασης του 1821 οι Έλληνες προέταξαν όντως την ανάκτηση του κράτους της οικουμένης, την κοσμόπολη, που είχε ως υπόβαθρο τις θεμέλιες κοινωνίες των πόλεων με τις οποίες έζησε έως τότε, δομημένες πολιτειακά με όχημα την εταιρική οικονομία και τη δημοκρατία. Συνεκτικός κρίκος των πόλεων της κοσμοπολιτειακής επικράτειας ήταν η μητρόπολη πολιτεία, η βασιλεύουσα πόλη.

Παρόλα όσα διατείνεται η νεοτερική «επιστήμη», το κράτος της κοσμόπολης δεν ήταν απολυταρχία, ούτε θεοκρατία, ούτε καν αυτοκρατορία. Ο βασιλέας –και όχι αυτοκράτορας– ήταν θεσμός της βασιλεύουσας πόλης της οποίας ανώτατη αρχή ήταν η Σύγκλητος Βουλή και ο Δήμος της. Η ίδια η εξουσία του βασιλέα, που απεκαλείτο «έννομος επιστασία», έφθανε έως τα τείχη των πόλεων και περιοριζόταν σε μια απλώς εναρμονιστική λειτουργία στη σύνολη επικράτεια των πόλεων.

Η φιλοδοξία ανάκτησης της κοσμόπολης από πλευράς Ελλήνων της Τουρκοκρατίας ήταν αντίστοιχη της θέσης του ελληνισμού, εκπήγαζε από το γεγονός ότι έως τότε κατείχε έναν αυτόνομο όσο και δεσπόζοντα γεωπολιτικά χώρο, διακρινόμενο σαφώς από τον ευρωπαϊκό δεσποτικό ομόλογό του, και, στο πλαίσιο αυτό, μια θέση που ξεπερνούσε ευρέως τα όρια της οθωμανικής αυτοκρατορίας παρά τις αγκυλώσεις της κατάκτησης. Ήταν σαφές ότι η απόσταση που χώριζε τους δύο αυτούς κόσμους (τον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό) σημαινόταν από το γινόμενο μιας ολόκληρης εξελικτικής βιολογίας του κοινωνικού ανθρώπου. Ο ένας αναγόταν στο στάδιο της μετάβασης από τη δεσποτεία/φεουδαρχία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό, ο άλλος στην τελική φάση του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι, στην μετακρατοκεντρική οικουμένη. Στις ημέρες μας ουδείς πλέον γνωρίζει ότι ο ελληνικός κόσμος ήδη από το πρώιμο Βυζάντιο είχε αποσείσει ουσιαστικά τη δουλεία, είχε εισαγάγει ως καθολική αρχή την ιδιότητα του πολίτη (του πολίτη της πόλης και του κοσμοπολίτη στο επίπεδο της κοσμόπολης) και συγχρόνως εισαγάγει την αρχή της εταιρικής οικονομίας. Ώστε η πόλις εξακολουθούσε να λειτουργεί ως θεμέλια κοινωνία όπως ακριβώς και την κλασική εποχή, και μάλιστα με εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής και στην οικονομία. Ακριβώς αυτό το κοσμοπολιτειακό κράτος προέκριναν οι Έλληνες επαναστάτες με πρωτομάστορα τον Ρήγα Βελεστινλή που το επεξεργάσθηκε στις λεπτομέρειές του στο δοκίμιο Ελληνική Δημοκρατία.

Ως εκ τούτου, το κράτος της απολυταρχίας αποτέλεσε εξαρχής για τον ελληνισμό ξένο σώμα. Έθεσε ως προαπαιτούμενο της ύπαρξής του την κατάλυση των ιστορικών του θεμελίων, την αποβολή του ελληνικού κόσμου από το σώμα (αρχής γενομένης από την ελλαδική κοινωνία), των ανθρωποκεντρικών θεμελίων του ελληνικού κοσμοσυστήματος (των πόλεων/κοινών, της εταιρικής οικονομίας, της δημοκρατίας) και εντέλει του κοσμοπολιτειακού του προτάγματος.

Για να υλοποιηθεί όμως το εν λόγω εγχείρημα απαιτείτο ο ελληνισμός να αποδεχθεί την ανωτερότητα της δεσποτείας/φεουδαρχίας έναντι του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και μάλιστα της φάσης της οικουμένης, δηλαδή να γίνει χορηγός νομιμοποίησης της θεοκρατικής απολυταρχίας και συνακόλουθα να διαρρήξει τη σχέση του με τις αξιακές κληρονομιές του. Αρκεί να αναλογισθούμε ότι στις κληρονομιές που βίωνε έως τότε ο μεταβυζαντινός ελληνισμός περιλαμβάνεται η βαθιά δημοκρατική του παράδοση και το ελευθέριο πολιτισμικό του έρμα ώστε να επανεκκινήσει την ιστόρησή του με ρήτρα τις οφειλές του στον «δυτικό κανόνα». Εφεξής ο «Νεοέλληνας» εδιδάσκετο να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του δυτικού ανθρώπου, δηλαδή του κράτους της απολυταρχίας και της διάδοχης συνταγματικής/αιρετής μοναρχίας, κατ’ επέκταση του μετα-φεουδαλικού ανθρώπου της νεοτερικότητας.

Τα πεπραγμένα του ελλαδικού κράτους κυριαρχούνται από την εν λόγω αντιμαχία με τον ελληνισμό, που συμβολίσθηκε με τη διερώτηση εάν εθνικό κέντρο ήταν η Κωνσταντινούπολη ή η Αθήνα. Η αντιμαχία απέληξε στην αποδόμηση των θεμελίων της ελληνικής ανθρωποκεντρικής οικουμένης και, συνακόλουθα, στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του μείζονος ελληνισμού και των κοσμοσυστημικών του θεμελίων. Επειδή ακριβώς το κράτος αυτό αποτέλεσε εξαρχής ξένο σώμα προς την ανθρωποκεντρική ιδιοσυστασία της ελληνικής κοινωνίας μεθαρμόσθηκε ταχέως σε ένα εκφυλιστικό ομοίωμα του δυτικού κρατικού «παραδείγματος» και εντέλει σε ένα ιδιότυπο καθεστώς οριζόμενο από την έννοια της «κομματοκρατίας». Στο κλίμα αυτό, η αντιμαχία μεταξύ κράτους και ελληνισμού ήταν αναπόφευκτο να μεταλλαχθεί σε εσωτερική μεταξύ της ελληνικής κοινωνίας και των κατόχων του, των πολιτικών φορέων της κομματοκρατίας.

Η τελευταία αναλαμπή της απεχθούς αυτής εκδοχής της αιρετής μοναρχίας θα επανέκαμπτε στη διάρκεια της «μεταπολίτευσης», οπότε θα επεδίδετο σε μια άνευ προηγουμένου δήωση της ελληνικής κοινωνίας, παράλληλα και στη στοχοποίηση των πολιτιστικών της κληρονομιών που στοιχειοθετούν την πολιτική της ετερότητα και στο βάθος τον αντιστασιακό της χαρακτήρα. Στο περιβάλλον αυτό, μια σημαίνουσα μερίδα της άρχουσας (πολιτικής, πνευματικής και οικονομικής) τάξης διέκρινε τη μοναδική δυνατότητα να προσχωρήσει στη νέα τάξη που διακινούσε η διεθνής των αγορών και να επιβάλει την αλλαγή του «λαϊκού παραδείγματος» της χώρας. Με τον τρόπο αυτόν εκτίμησε ότι θα επέλυε οριστικά τους λογαριασμούς της επί της ελληνικής κοινωνίας, η οποία δύο αιώνες από την αποξένωσή της από το φυσικό ανθρωποκεντρικό/δημοκρατικό της σώμα εξακολουθεί να ασφυκτιά εγκιβωτισμένη στο πολιτειακό ένδυμα της μεταφεουδαλικής νεοτερικότητας «μη συμμορφούμενη προς τας υποδείξεις».

Οπωσδήποτε, η ιστόρηση των πεπραγμένων του ελληνισμού με μέτρο τα πεπραγμένα του έθνους αντί του κράτους είναι από μόνη της ικανή να φωτίσει τις εξελίξεις μετά την Επανάσταση και στο βάθος τα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας στο πλαίσιο του «κράτους έθνους». Αποκορύφωμα ήταν το εργώδες εγχείρημα των θαμώνων του ελλαδικού κράτους να αποκόψουν την εναπομείνασα ελληνική κοινωνία από τις ανθρωποκεντρικές της ρίζες με απώτερο στόχο να την προσαρτήσουν στο άρμα της ευρωπαϊκής δεσποτικής οδού προς τη νεοτερικότητα. Μια προσάρτηση που συνεπάγεται την ολική της οπισθοδρόμηση στις απαρχές της εισόδου του ελληνισμού στην Ιστορία που ανάγεται στους κρητομηκυναϊκούς χρόνους. Τούτο ακριβώς εξηγεί την αγωνία της άρχουσας τάξης, με αιχμή του δόρατος την κρατική διανόηση, να εμφανίσει τον προεπαναστατικό ελληνισμό ως έναν περιθωριακό και όλως καθυστερημένο λαό που αγωνιούσε να προσδεθεί στο άρμα του Διαφωτισμού για να πληροφορηθεί τις ρίζες του, τι είναι το έθνος, το κράτος, η κατ’ αυτούς δημοκρατία (και κυριολεκτικά η εκλόγιμη μοναρχία), η ελευθερία και τα δικαιώματα.

Κατά τούτο, η διερώτηση εάν ο ελληνισμός της μετεπαναστατικής εποχής θα ιστορηθεί με βάση τα πεπραγμένα του κράτους ή του έθνους αποβαίνει καθοριστική για την κατανόηση της εξέλιξής του, για το μέλλον του, αλλά και, υπό μια άλλη έννοια, για τη θέση της νεοτερικότητας στην κοσμοϊστορία.

Εν κατακλείδι, η πολυσήμαντη όσο και συντριπτική ήττα του ελληνισμού στο επαναστατικό του εγχείρημα και η επικύρωσή του με την επιβολή της κρατικής απολυταρχίας στοιχειοθετεί την αρχή του τέλους της φθίνουσας πορείας του που ξεκίνησε το 1204, είχε ως ενδιάμεσο σταθμό το 1453 και επρόκειτο να επικυρωθεί το 1922 με τη μικρασιατική καταστροφή, την οποία οργάνωσαν οι δυνάμεις της κομματοκρατίας. Στη διάρκεια ενός πλήρους αιώνα θα συντελεστεί η οριστική αποδόμηση του ελληνικού κοσμοσυστήματος, με το οποίο ο ελληνικός κόσμος σταδιοδρόμησε στην κοσμοϊστορία και επί του οποίου εδράσθηκε ο ελληνικός πολιτισμός και μαζί του η εξαφάνιση του μείζονος ελληνισμού.

Η φάση της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας (της λεγόμενης «νεοτερικότητας») που ανέδειξε ο ελληνικός κόσμος στο άνω Βυζάντιο, με όχημα την οποία συντελέσθηκε η απόσειση του δεσποτικού Μεσαίωνα στην Εσπερία, θα βρει την εναπομένουσα ελλαδική κοινωνία να παλεύει με την επιβίωσή της σε ένα εσωτερικό περιβάλλον εχθρικό, όπου το καταγωγικά μεσαιωνικό κράτος της αιρετής μοναρχίας και οι κάτοχοί του, οι θαμώνες της κομματοκρατίας, ενορχηστρώνουν το εθνικό του τέλος με πρόσημο την ηγεμονία τους. Ώστε το δίλημμα η νεοελληνική κοινωνία να ανακτήσει τον ιστορικό βηματισμό της που διδάσκει τη συνάφεια της πολιτείας του κράτους με την κοινωνία των πολιτών ή να τερματίσει τον ιστορικό της βίο με επαχθείς όρους τίθεται επιτακτικά ως μοναδική επιλογή, δίκην απολογισμού στην απόληξη των δύο αιώνων από την μεγάλη επανάσταση.

Γιώργος Κοντογιώργης

- Διατηρείται το δικαίωμα αναδημοσιεύσης του παρόντος άρθρου σε οποιοδήποτε μέσο, με απαραίτητη προϋπόθεση να αναγράφεται η παρούσα ιστοσελίδα και ο συγγραφέας ως πηγή. -

Κοινοποίηση: